Έχει γίνει, πλέον, ρουτίνα, κάθε καλοκαίρι, εξέχουσα θέση στις καθημερινές ειδήσεις να κατέχουν οι δασικές πυρκαγιές, που κατακαίουν τα λιγοστά δάση, που έχουν απομείνει… Κάθε χρόνο, ο κρατικός μηχανισμός και οι τοπικές κοινωνίες, δίνουν έναν άνισο αγώνα κατά της πύρινης λαίλαπας, που απειλεί εκτός από τα δάση και τις ανθρώπινες ζωές και περιουσίες. Στα δελτία ειδήσεων, υπάρχει καθημερινή αναφορά στις υπό εξέλιξη πυρκαγιές και εκτενείς ανταποκρίσεις από τα διάφορα μέτωπα. Μπροστά σε όλα αυτά ο πολίτης -που είτε ζει σε αστικά κέντρα και είναι μακριά (αυτό είναι πολύ σχετικό), είτε δεν έχει αντιμετωπίσει στο παρελθόν δασική πυρκαγιά- μένει έκθαμβος και αμίλητος. Στις μεγάλες πυρκαγιές, άλλωστε το αποτέλεσμα είναι πάντα τόσο απογοητευτικό, που δεν επιτρέπει κανένα σχόλιο…
Οι αναφορές των τοπικών κατοίκων, αλλά και των δασοπυροσβεστών, που αντιμετώπισαν τον πύρινο γίγαντα είναι συνταρακτικές. Με την απλότητα που εκθέτουν την αγωνία τους, τον πόνο τους, την απογοήτευσή τους, το θυμό και τη στενοχώρια τους, αναφερόμενοι σε τόσο απλά πράγματα, αναδεικνύουν πια είναι η ουσία της ανθρώπινης ζωής και κοινωνίας. Ουσία, που έχει θυσιαστεί στο βωμό του σύγχρονου τρόπου ζωής και της τεχνολογικής προόδου. Οι περιγραφές, ειδικά των πυροσβεστών, είναι συνταρακτικές. Ένας από αυτούς έγραψε κάποια μέρα σε ένα φίλο του το παρακάτω κείμενο και το έστειλε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου:
«Θα ήθελα να ξεχάσω τα 3-4 πρόβατα που δεν προλάβαμε να βγάλουμε από το μαντρί και τα ακούγαμε να σκούζουν καθώς τα πλησίαζε η φωτιά, και εκείνο το σκυλάκι που παρέμεινε σιωπηλό και δεμένο μέχρι τη στιγμή που πανικόβλητο κατάλαβε ότι δεν υπάρχει σωτηρία… Τα αφεντικά του έλειπαν διακοπές και κανείς δεν μας ειδοποίησε…
Θα ήθελα να ξεχάσω τα πουλιά που δεν προλάβανε να φύγουν από τα πεύκα, καθώς γινόντουσαν παρανάλωμα του πυρός και τα είδα στον αέρα να φτερουγίζουν για λίγο και ύστερα να πέφτουν σαν φθινοπωρινά φύλλα…
Θα ήθελα να ξεχάσω τα τρομαγμένα πρόσωπα των συναδέλφων μου, όταν είδαμε τις 50μετρες φλόγες να μας ζώνουν από παντού.
Θα ήθελα να ξεχάσω τις αγωνιώδεις εκκλήσεις των ιδιοκτητών όλων των σπιτιών τριγύρω μας, όταν άρχισαν να γλύφουν τα σπίτια τους οι φλόγες.
Θα ήθελα να ξεχάσω όλους αυτούς που ήρθαν με τζιπάκια, κάνοντας χειρόφρενα και πατώντας γκάζι μόνο και μόνο για να απολαύσουν το θέαμα, χωρίς να μας βοηθάνε, όταν τα ρουθούνια μας έτρεχαν κατράμι και μασούσαμε στάχτη.
Θα ήθελα να τους ξεχάσω, όταν προσπαθούσαμε να φύγουμε κόβoντας μάνικες και δεν μπορούσαμε επειδή είχαν δημιουργήσει κυκλοφοριακό κομφούζιο μπροστά μας.
Θα ήθελα επίσης να ξεχάσω όλους αυτούς που έπιναν καφέ και μας ειρωνεύονταν την ώρα που δίναμε και ίσα ίσα που κρατούσαμε την ψυχή μας.
Θα ήθελα να ξεχάσω αυτούς που τραβούσαν πανικόβλητοι τις εγκαταστάσεις μας και μας άφηναν εκτεθειμένους στις φλόγες.
Θα ήθελα να ξεχάσω τις πανικόβλητες φωνές συναδέλφων στον ασύρματο, όταν τους κύκλωνε η φωτιά.
Θα ήθελα να ξεχάσω αυτή τη λαίλαπα που δεν υπήρχε τρόπος να φρενάρεις και λαίμαργα κατάπιε τις όμορφες περιοχές που κάποτε χαρήκαμε ως παιδιά και τα παιδιά μας δεν θα ξέρουν ότι υπήρχαν.
Μα δεν θα ξεχάσω εκείνους τους χειριστές των ελικοπτέρων που τελευταία στιγμή μας δημιούργησαν δίοδο διαφυγής μέσα από τους θεόρατους τοίχους φωτιάς που μας περιτριγύρισαν.
Μα δεν θα ξεχάσω τους συνάδελφους από την Αταλάντη, που ήρθαν να μας βοηθήσουν σε μια ξένη για αυτούς περιοχή.
Μα δεν θα ξεχάσω όλες τις κυβερνήσεις έως τώρα, που επιτρέπουν σε οικοπεδοφάγους να χτίζουν, που αντιμετωπίζουν με αναλγησία τους εμπρησμούς και κοροϊδεύουν τους εθελοντές.
Μα δεν θα ξεχάσω το κράτος, που ούτε γάντια δεν μας έδωσε, πόσο μάλλον ένα ευχαριστώ, για να μη θίξει την επιτηδευμένη ανικανότητα του μπροστά στα συμφέροντα.
Μα δεν θα ξεχάσω ότι καταφέραμε, 4 παιδιά με 1 όχημα, να σταματήσουμε ένα μέτωπο 500 μέτρων, να σώσουμε 5 σπίτια και μερικά πρόβατα… Θα βοηθήσει να μπορέσω να κοιμηθώ όταν θα γυρίζουν οι εικόνες φρίκης στο μυαλό μου.
Μα δεν θα ξεχάσω την όμορφη τραυματιοφορέα που μου συμπαραστάθηκε όταν δεν είχα αναπνοή, τους έμπειρους γιατρούς που πέσαν πάνω μου και μου ξανάδωσαν μέλλον, καθώς και το νοσηλευτικό προσωπικό που ξεχείλιζε από ανθρωπιά και καλοσύνη. Σας ευχαριστώ.
Και δεν θα ξεχάσω να λέγομαι ακόμα άνθρωπος και να χρωστάω στη φύση ένα μεγάλο συγνώμη για όλες τις καταστροφές που της έχει προξενήσει το είδος μου.
Η απορία μου είναι, οι βίλες που θα χτίσετε θα έχουν νόημα εάν δεν υπάρχει πια πράσινο γύρω τους; Όταν ο αέρας θα μυρίζει στάχτη και θα καίει τους πνεύμονες, πώς διάολο θα αναπνέετε εσείς εκεί πάνω και εμείς εδώ κάτω;
Πώς περιμένω από ένα κράτος με στημένες εκλογές και προκάτ κόμματα να δημιουργήσει ένα καλύτερο μέλλον από τις στάχτες που έχουν γεμίσει τα πνευμόνια μου...;»
Σε αυτό το κείμενο, λοιπόν, κρύβεται όλη η ουσία της ζωής. Της ανθρώπινης ζωής, που κάποιοι επιτήδειοι, πολύ περίτεχνα απομάκρυναν από τη φύση της, για να μπορούν πιο εύκολα να την απαλλοτριώσουν…
