Κάθε φορά που ξεκινάει μία νέα σχολική περίοδος, γονείς, μαθητές και εκπαιδευτικοί, καταμετρούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, σχετικά με την εκπαίδευση και μόρφωση των νέων και πάντα καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα. Τα χρόνια προβλήματα της Ελληνικής Παιδείας είναι γνωστά σε όλους, λιγότερο ή περισσότερο. Κατά κύριο λόγο εντοπίζονται στην ελλιπή υποδομή (κτιριακή και υλική), χρηματοδότηση, κατάρτιση των εκπαιδευτικών, στο αναχρονιστικό πρόγραμμα σπουδών και τις παλιές μεθόδους διδασκαλίας. Από το γενικό κανόνα δε θα μπορούσε να παρεκκλίνει η Ειδική Αγωγή. Μόνο που στον ευαίσθητο αυτό τομέα της Εθνικής Παιδείας, η ιδιαιτερότητα και η ευρύτητα των δυσκολιών, εντείνουν τα προβλήματα που προκύπτουν από τις προαναφερόμενες ελλείψεις και τα καθιστούν περισσότερο έκδηλα.
Η αδιαφορία του κράτους σε αυτό το πολύ ευαίσθητο θέμα, συμβαδίζει με το ευρύτερο κοινωνικό αίσθημα, που μέχρι πριν λίγα χρόνια αντιμετώπιζε τα συγκεκριμένα άτομα (παιδιά και ενήλικες), ως παρακατιανούς και παράλληλα πλαισιώνεται από την αδυναμία των γονιών (εξαιτίας παρόμοιων προβλημάτων ή κακής ενημέρωσης και ελλιπών γνώσεων), οι οποίοι αδυνατούν να αποδεχθούν και να κατανοήσουν τις ιδιαιτερότητες των παιδιών τους. Και παρά το ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς τη θετική κατεύθυνση με την ίδρυση νέων Σχολικών Μονάδων Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (ΣΜΕΑΕ), των Κέντρων Ειδικής Διαφοροδιάγνωσης Διάγνωσης και Υποστήριξης (ΚΕΔΔΥ), την υιοθέτηση προγραμμάτων συνεκπαίδευσης και τη λειτουργία των τμημάτων ένταξης, εντούτοις λείπει ένα καλά οργανωμένο πλαίσιο λειτουργίας και συνεργασίας όλων αυτών μονάδων. Μεγάλο, όμως, πρόβλημα ήταν και παραμένει η βιασύνη και η προχειρότητα που χαρακτηρίζουν ακόμα το πλαίσιο λειτουργίας και λήψης αποφάσεων για την Ειδική Αγωγή. Αλλά το μεγαλύτερο παραμένει η ελλιπής χρηματοδότηση, κάτι που γίνεται κάθε σχολική περίοδο περισσότερο έντονο, καθώς αυξάνει και ο αριθμός των μαθητών που κρίνεται ότι θα πρέπει να φοιτήσουν σε ΣΜΕΑΕ. Ένας αριθμός που παραμένει απροσδιόριστος με ακρίβεια, καθώς ουδέποτε έγινε μία συνολική και ολοκληρωμένη καταγραφή αυτού του πληθυσμού…
Η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στο φύλλο του Σαββάτου, 4 Σεπτεμβρίου 2010, παρουσιάζει ένα εκτεταμένο άρθρο – έρευνα για την Ειδική Αγωγή στην Ελλάδα και προβάλλει κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία. Η κυρία ΚΑΤΙΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ αναφέρει στο άρθρο της:
«Η συνολική εικόνα του χώρου της Ειδικής Αγωγής μόνο πολύ πρόσφατα άρχισε να καταγράφεται συστηματικά – παρ’ ότι η Ειδική Αγωγή στην Ελλάδα λειτουργεί οργανωμένα εδώ και πάνω από 30 χρόνια. Η τελευταία μεγάλη έρευνα-χαρτογράφηση του χώρου της Ειδικής Αγωγής πραγματοποιήθηκε το 2004 από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ενώ έκτοτε, κάθε χρόνο, οι υπεύθυνοι του υπουργείου Παιδείας αναλαμβάνουν να επικαιροποιούν τα στοιχεία που τους παρέχονται από τα ίδια τα σχολεία.
Η έρευνα που πραγματοποίησε η «Ε» γύρω από τον χώρο της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης κατέληξε -έπειτα από σχετικές συζητήσεις με εκπαιδευτικούς Ειδικής Αγωγής- σε ορισμένα συμπεράσματα: Αρχικά, παρατηρείται μια σημαντική ανισοκατανομή δομών και υπηρεσιών στις περιφέρειες και τους νομούς της χώρας σε ό,τι αφορά σχολεία Ειδικής Αγωγής και τμήματα ένταξης στα «συμβατικά» σχολεία. Χαρακτηριστική είναι η πλήρης έλλειψη δομών και υπηρεσιών σε ορισμένους νομούς. Επιπροσθέτως, οι Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής (ΣΜΕΑ) οι οποίες συστεγάζονται με σχολεία γενικής εκπαίδευσης -τακτική που ακολουθείται προκειμένου να ομαλοποιείται η ένταξη των μαθητών Ε.Α. στην ευρύτερη σχολική κοινότητα- δεν λειτουργούν με τους όρους που θα έπρεπε. Παρατηρήθηκαν ελλείψεις σε χώρους, ενώ πολλές φορές τα τμήματα Ε.Α. φιλοξενούνται σε ακατάλληλους χώρους, όπως αποθήκες, ISOBOX, γραφεία κ.λπ.
Επιπροσθέτως, πέραν του γνωστού ζητήματος της έλλειψης προσωπικού με εξειδίκευση πάνω στην Ειδική Αγωγή, παρατηρούνται δυσχέρειες, όπως η υπολειτουργία των θεσμών ένταξης (κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση), η μη παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων ειδικά προσαρμοσμένων για τα διαφορετικά είδη ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών, καθώς και η απουσία τεχνικού εξοπλισμού.
Μέσα σ’ όλα αυτά, οι κατά τόπους σύλλογοι εκπαιδευτικών Ειδικής Αγωγής και γονέων παιδιών με ειδικές ανάγκες κάνουν λόγο για «ζοφερή» πραγματικότητα των Ειδικών Σχολείων, των τμημάτων ένταξης και των λοιπών εκπαιδευτικών δομών για άτομα με αναπηρίες. Πέρυσι, για το σχολικό έτος 2009-2010, οι εκπρόσωποι της Εθνικής Συνομοσπονδίας ΑμεΑ παρέθεσαν όλα εκείνα τα στοιχεία που φανέρωναν ότι για ακόμη μία χρονιά πολλοί μαθητές ειδικής αγωγής δεν κάθισαν στα θρανία. Δεκάδες σχολεία δεν κατάφεραν καν να ανοίξουν, ελέω έλλειψης εκπαιδευτικού ή βοηθητικού προσωπικού ή στοιχειωδών δομών, βιβλίων και εξοπλισμού. Για τα οποία, φυσικά, μεριμνεί η ελληνική πολιτεία.
Εμπόδια στη ζωή και στη μάθηση
Παρά τις όποιες νομοθετικές ρυθμίσεις και κινήσεις «εξυγίανσης», η κατάσταση στον πολύπαθο χώρο της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης μοιάζει περισσότερο αδιέξοδη από ποτέ. Οι θετικές διατάξεις των σχετικών νόμων έμειναν στα χαρτιά, ενώ άλλες δημιούργησαν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα εξαρχής κλήθηκαν να επιλύσουν.
Το τμήμα Ειδικής Αγωγής του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου προχώρησε το 2004 σε μια αναλυτική έρευνα-έκθεση με τίτλο «Χαρτογράφηση Ειδικής Αγωγής». Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα εκείνου του έργου με τα πιο πρόσφατα, αυτά της χαρτογράφησης της Ειδικής Αγωγής του 2010, παρατηρούμε κατ’ αρχάς μια σημαντική αύξηση των δομών. Κατά τα λοιπά, τα συμπεράσματα που εξάγονται για την πορεία της Ειδικής Αγωγής στην Ελλάδα, μόνο ενθαρρυντικά δεν είναι… Ένας μεγάλος αριθμός δομών Ειδικής Αγωγής δεν λειτούργησε καθόλου κατά το σχολικό έτος 2009-2010 πανελληνίως, εξαιτίας διάφορων παραγόντων, παρά την κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης (αριθμός μαθητών). Ο κυριότερος ήταν η μη στελέχωσή του με εξειδικευμένο εκπαιδευτικό και βοηθητικό προσωπικό. Το 2004 ο αριθμός των εργαζομένων ανήλθε στους 2.842. Το 2009-2010 οι εργαζόμενοι αυξήθηκαν (5.492) χωρίς ωστόσο να λυθούν τα προβλήματα στελέχωσης. Από τις δομές που υφίστανται σήμερα (Σχολικές Μονάδες Ειδική Αγωγής και τμήματα ένταξης Α’/βάθμιας και Β’/βάθμιας εκπαίδευσης, Εργαστήρια Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης – ΕΕΕΕΚ), ειδικά επαγγελματικά γυμνάσια και λύκεια), ο αριθμός των οποίων αγγίζει τις 2.833, φαίνεται πως:
- Από τα Νηπιαγωγεία Ειδικής Εκπαίδευσης δεν λειτούργησαν 217 σε σύνολο 561.
- Από τα Δημοτικά Ειδικής Εκπαίδευσης δεν λειτούργησαν 526, σε σύνολο 2.262, και
- Από τα σχολεία Β’/βάθμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσια-Λύκεια) δεν λειτούργησαν 139 από τα 604.
Είναι εμφανές ότι η Ειδική Αγωγή στην Ελλάδα αναφέρεται σήμερα σχεδόν αποκλειστικά στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το επίπεδο της παρουσίας στη δευτεροβάθμια και ειδικότερα στην επαγγελματική εκπαίδευση είναι πάρα πολύ χαμηλό, παρά τις όποιες κινήσεις δημιουργίας νέων δομών στις διάφορες περιοχές. Το ποσοστό 82,3% των μονάδων Ειδικής Αγωγής που λειτουργεί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση αναδεικνύει τη σημαντική ανάγκη για γρήγορη ανάπτυξη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ώστε να κατακτηθεί μια ισόρροπη παροχή Ειδικής Αγωγής σε όλα τα επίπεδα. Επίσης, με βάση μαρτυρίες γονέων και εκπαιδευτικών παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, καθώς και με την καταγεγραμμένη κατανομή των μονάδων και των μαθητών αυτών, φαίνεται πως μια ιδιαίτερη σημαντική δομή του χώρου της Ειδικής Αγωγής είναι τα τμήματα ένταξης. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την ανάγκη ιδιαίτερης πρόνοιας για τα τμήματα ένταξης και τη λειτουργία τους. Η έρευνα του 2004 έδειξε πως αυτά αποτελούν το 73% των σχολικών μονάδων Ειδικής Αγωγής.
Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα έχει να κάνει με τη γεωγραφική κατανομή των σχολικών μονάδων Ειδικής Αγωγής. Υπάρχουν περιοχές της χώρας οι οποίες παραμένουν παραμελημένες, ενώ συχνά οι υπάρχουσες δομές Ειδικής Αγωγής σε διάφορες περιοχές της χώρας δεν αρκούν για να καλύψουν τη ζήτηση. «Την περασμένη χρονιά δημιουργήθηκαν πολλές νέες δομές σε διάφορες περιοχές της χώρας, χωρίς ωστόσο να υπάρξουν και οι απαραίτητες πιστώσεις», εξηγεί ο Γιώργος Αλεβίζος, δάσκαλος ειδικής αγωγής. «Αυτό ήταν προεκλογικό πυροτέχνημα που δεν πρέπει να επαναληφθεί».
Ζητήματα στέγασης
Ο μαθητής με ειδικές ανάγκες φαίνεται πως δεν λαμβάνει επαρκή και κατάλληλη εκπαιδευτική υποστήριξη στο γενικό, αλλά ούτε και στο ειδικό σχολείο, για το οποίο τίθενται κατώτεροι στόχοι από τους φορείς εκπαίδευσης. Συχνά, η χωροταξική ένταξη ειδικών σχολείων μέσα στα γενικά σχολεία θεωρείται ανεπιθύμητη, προκειμένου να μη δυσαρεστηθούν οι γονείς των υπόλοιπων μαθητών. Σύμφωνα με μαρτυρίες γονέων, μαθητές με κινητικές αναπηρίες τοποθετούνται σε ειδικά σχολεία μαζί με παιδιά με νοητική αναπηρία, ελέω απουσίας κατάλληλης δομής στον τόπο κατοικίας του μαθητή.
Άλλο μεγάλο ζήτημα συνιστούν και οι συνθήκες στέγασης των σχολικών μονάδων Ειδικής Αγωγής (ΣΜΕΑ). Συνήθως, οι ΣΜΕΑ που συστεγάζονται με άλλα σχολεία γενικής αγωγής αποτελούν στην ουσία μία και μόνο αίθουσα, ενώ πάνω από τα μισά τμήματα ένταξης λειτουργούν σε ακατάλληλους χώρους, κατώτερους των τυπικών αιθουσών διδασκαλίας. Τα προβλήματα στη στέγαση αναδεικνύονται επίσης και με βάση τους διαθέσιμους χώρους που δηλώνονται από τις σχολικές μονάδες Ειδικής Αγωγής: μόλις ένα στα τρία ειδικά σχολεία διαθέτει αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, ενώ πολύ φτωχοί παρουσιάζονται οι διαθέσιμοι χώροι στα ΕΕΕΕΚ, όπου η ύπαρξη αιθουσών επαγγελματικής εκπαίδευσης θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση. «Σε ολόκληρη την Ευρώπη, ακόμη και σήμερα, τα άτομα με ειδικές ανάγκες βιώνουν το στίγμα και την προκατάληψη και αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες για να συνειδητοποιήσουν τα κυρίαρχα ανθρώπινα δικαιώματά τους. Η παροχή πραγματικής πρόσβασης στην εκπαίδευση και στην εργασία γι’ αυτά τα άτομα είναι πρωταρχικής σημασίας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα άτομα αυτά μπορούν να ζήσουν και να εργαστούν μέσα στο κοινωνικό σύνολο ως ισότιμοι πολίτες. Ανάμεσα στην εκπαίδευση και την εργασία υπάρχει ένας ισχυρός δεσμός: χωρίς πρόσβαση στην κατάλληλη εκπαίδευση, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και αναπηρίες δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ουσιαστική πρόσβαση στην εργασία. Αυτή η έλλειψη πρόσβασης πυροδοτεί τη μακροχρόνια εξάρτηση αυτών των ατόμων στην απομόνωση και την εξαθλίωση», αναφέρει ο Σπύρος Κονταράκης, δάσκαλος ειδικής αγωγής και διευθυντής του 1ου Δημοτικού Σχολείου Ελληνικού.
Οι εκπαιδευτικοί υπερτονίζουν από την πλευρά τους την έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού.
«Πέρυσι», λέει ο κ. Κονταράκης, «κατά τη σχολική χρονιά 2009-2010 στα κανονικά σχολεία όπου υπήρχαν μαθητές στο φάσμα του αυτισμού με εγκεκριμένη παράλληλη στήριξη (περίπου 500 τέτοιες περιπτώσεις), δεν υπήρξε σχεδόν κανένας διορισμός. Σε πολλά ΕΕΕΕΚ, λόγω έλλειψης προσωπικού, μειώθηκε το σχολικό ωράριο, με αποτέλεσμα οι μαθητές να σχολάνε από τις 12 το μεσημέρι!».
Στην πράξη, παρατηρείται έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού για την Ειδική Αγωγή τόσο στο γενικό όσο και στο ειδικό σχολείο. Ειδικότερα, βλέπουμε να υπάρχει έλλειψη οργανικών θέσεων εκπαιδευτικού προσωπικού εξειδικευμένου σε διαφορετικές ειδικές ανάγκες.
Στο πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού προστέθηκε εσχάτως και εκείνο της επιμόρφωσης και επαγγελματικής «ταυτότητας» των εκπαιδευτικών. Με βάση το νόμο δίνεται η δυνατότητα σε εκπαιδευτικούς που έχουν παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια (σεμινάρια των 400 ωρών, πληρωτέα από 2.000 ευρώ έως 3.500 ευρώ, για τα οποία η «Ε» έχει στο παρελθόν γράψει) να λαμβάνουν πιστοποιητικό εξειδίκευσης και να διορίζονται στις δομές της Ειδικής Αγωγής.
Τακτική που «παραγκωνίζει» άλλους εκπαιδευτικούς που έχουν ολοκληρώσει τετραετείς σπουδές πάνω στην Ειδική Αγωγή από σχετικά τμήματα των πανεπιστημίων όλης της χώρας.
Αυτό φαίνεται και από τα αποτελέσματα της χαρτογράφησης του 2004, όπου αναφέρεται πως οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουν στις δομές έχουν σπουδές στην Ειδική Αγωγή που προκύπτουν κυρίως από σπουδές ΣΕΛΜΕ, ΠΕΚ, ΠΑΤΕΣ, ή ένα δεύτερο πανεπιστημιακό πτυχίο… »
Η αναφορά της κυρίας ΚΑΤΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ, αποκαλύπτει σε μεγάλο ποσοστό τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί, που εργάζονται στις διάφορες μονάδες Ειδικής Αγωγής και οι μαθητές τους. Στην ίδια λογική κινείται και η άποψη του προέδρου της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ.), κυρίου Ιωάννη Βαρδακαστάνη. Ο ίδιος αναφέρει ότι τα βασικότερα προβλήματα επισημαίνονται στην προσβασιμότητα των σχολικών κτιρίων, στη μετακίνηση των μαθητών με αναπηρία, στις ελλείψεις των ωρολογίων προγραμμάτων, στο παλαιό εκπαιδευτικό υλικό, στις τεράστιες ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού και στις καθυστερήσεις διορισμού μόνιμων εκπαιδευτικών, στην έλλειψη παράλληλης στήριξης και συνεκπαίδευσης των μαθητών με αναπηρία, στην έλλειψη Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού και στην έλλειψη ειδικών εκπαιδευτικών βιβλίων, που θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα άτομα με αναπηρία.
Αυτό που έχει, όμως, ιδιαίτερη σημασία είναι η επισήμανσή του ότι τα προβλήματα αυτά χρονίζουν, δε δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Για το λόγο αυτό αναρωτιέται, αλλά στην ουσία αμφιβάλλει εάν και κατά πόσο το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας θα είναι έτοιμο φέτος να εντάξει όλα ανεξαιρέτως τα άτομα με αναπηρία, τη σωστή ημέρα και ώρα, σε σχολεία πλήρως προσβάσιμα, όπως άλλωστε επιτάσσει η θεσμικά κατοχυρωμένη υποχρεωτικότητα της εκπαίδευσης, που μέχρι σήμερα παραμένει ανεφάρμοστη και κενή περιεχομένου και καλεί την πολιτεία να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις…:
- Έχουν γίνει οι απαραίτητες ενέργειες, για να οργανωθεί η μετακίνηση των μαθητών με αναπηρία προς και από τα σχολεία τους;
- Υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο που θα διασφαλίσει τη διαρκή ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών εκπαίδευσης προς τους μαθητές με αναπηρία;
- Υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο, ώστε τα παιδιά με αναπηρία που βρίσκονται εκτός του εκπαιδευτικού συστήματος να ενταχθούν σε αυτό;
Θα πρέπει να κατανοήσει η Ελληνική πολιτεία ότι οι δυσκολίες στην πρόσβαση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στα ειδικά σχολεία, η κακή ποιότητα των υπηρεσιών και η έλλειψη ενός μακροχρόνιου σχεδιασμού και προγραμματισμού, συμβάλλουν στην απομόνωση και τον εγκλεισμό τους στο σπίτι, αλλά και στον ανεπαρκή εφοδιασμό τους με τα απαραίτητα εφόδια, για να ενταχθούν αργότερα στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία, γενικότερα. Άρα η έλλειψη εκπαίδευσης αποτελεί τροχοπέδη στην ανεύρεση εργασίας Και αυτό με τη σειρά του, όπως εύστοχα επισημαίνει ο κύριος Βαρδακαστάνης «οδηγεί στη φτώχεια και την εξαθλίωση. Και η ένδεια με τη σειρά της απογυμνώνει τον άνθρωπο από την απόλαυση βασικών και θεμελιωδών δικαιωμάτων του. Είναι μείζον πολιτικό και κοινωνικό καθήκον της κυβέρνησης και όλου του πολιτικού κόσμου να θέσουν σε λειτουργία ένα μηχανισμό στήριξης των ατόμων με αναπηρία της χώρας και των οικογενειών τους. Ας είναι ένα ανοιχτό και επαρκές εκπαιδευτικό σύστημα η αρχή του τέλους της ομηρίας των ατόμων με αναπηρία».
Γιατί, όπως εύστοχα επισημαίνεται: Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει ένα οργανωμένο κράτος τα άτομα με αναπηρία, αποτελεί δείγμα πολιτισμού…
