Η πρόσφατη και έκτακτη σύνοδος κορυφής των ηγετών των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έληξε με θετικά αποτελέσματα για την Ελλάδα, σε ότι αφορά τα μείζον θέματα που απασχολούν την Ελληνική κυβέρνηση τον τελευταίο καιρό.

Ο πρωθυπουργός πέτυχε να πείσει τους Ευρωπαίους ομολόγους του και κέρδισε τόσο την επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου των 110 δις Ευρώ, που ο ίδιος ζήτησε και έλαβε το 2010, όσο και τη μείωση του επιτοκίου κατά μία ποσοστιαία μονάδα, γεγονός που μειώνει το ύψος της τελικής οφειλής κατά 6 δις Ευρώ. Δικαίως, λοιπόν, στην κυβέρνηση και το κυβερνών κόμμα μιλούν για νίκη και πανηγυρίζουν. Είναι, όμως, ακριβώς έτσι;

Η πρώτη σκέψη που έρχεται στο μυαλό κάθε δύσπιστου ή αντίθετου προς την κυβέρνηση πολίτη, έχει να κάνει με τις παραχωρήσεις που υποχρεώθηκε να κάνει ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, ώστε να πετύχει αυτή τη συμφωνία. Παραχωρήσεις, για τις οποίες ακόμα δεν έχουμε ενημερωθεί, όπως δεν είχαμε ενημερωθεί και για τα ιδιαίτερα σκληρά μέτρα που θα λάμβανε η κυβέρνηση στα πλαίσια τήρησης του μνημονίου. Σε αυτό το σημείο, υπάρχει και ο αντίλογος, που λέει ότι η επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής και η μείωση των επιτοκίων ήταν αναπόφευκτη προκειμένου οι δανειστές μας να εξασφαλίσουν ότι θα πάρουν τα χρήματά τους πίσω, έστω και αργότερα. Άρα για ποια επιτυχία της Ελληνικής κυβέρνησης μιλάμε;

Πέρα από αυτά, όμως, και μακριά από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, η κυβέρνηση δε θα έπρεπε να χαίρεται και να θριαμβολογεί για μία τέτοια εξέλιξη. Όχι γιατί δεν είναι ευχάριστη, γιατί είναι σαφώς ευνοϊκότερη από τα έως τώρα δεδομένα, αλλά γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι επιτυχία και δε θα έπρεπε να αποτελεί αυτοσκοπό. Οι Ευρωπαίοι δε μας χάρισαν τίποτα και δε μας έκαναν καμία χάρη. Απλά προσπάθησαν να διασφαλίσουν τα χρήματά τους, θέτοντας νέους αυστηρότερους πιθανότατα όρους, όπως είναι η εξεύρεση 50 δις Ευρώ από την πώληση κρατικής περιουσίας. Άρα ο πρωθυπουργός αυτό που φέρεται να λέει ότι κέρδισε, απλά του το έδωσαν οικειοθελώς.

Και πως μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία, μία τέτοια εξέλιξη, όταν πήγαμε στη σύνοδο με σκυμμένο το κεφάλι, σαν ταπεινωμένοι καρπαζοεισπράκτορες, που περιμένουν μία ακόμα είσπραξη. Και πως μπορούμε να νιώθουμε χαρά και επιτυχημένοι, όταν παρακαλούμε να έχουμε για 12 ακόμα χρόνια (μέχρι το 2023, που θα αποπληρωθεί το δάνειο) ξένους αγάδες που θα κάνουν κουμάντο στη χώρα μας. Και αν μέχρι τότε δεν έχουμε ξεπουλήσει εθνικό πλούτο, γεγονός που θα επιτρέψει στους ξένους αγάδες να εγκατασταθούν μόνιμα στη χώρα…

Αλλά για να μην τα βάφουμε όλα μαύρα και να καταλογίζουμε στον πρωθυπουργό διαρκή υποχωρητικότητα και ταπείνωση της Εθνικής μας υπερηφάνειας, πρέπει να επισημάνουμε και τη σφαλιάρα και όχι καρπαζιά, που «έφαγε» η Ιρλανδία. Ο νέος πρωθυπουργός της εμφανίστηκε με περισσό θράσος και ανυποχώρητος, απαιτώντας ευνοϊκότερες ρυθμίσεις στην αποπληρωμή του δανείου, χωρίς να θέλει να δώσει κάποιο αντάλλαγμα, όπως είναι η αύξηση της φορολογίας των επιχειρήσεων που του ζητούσαν οι Ευρωπαίοι ομόλογοί του.

Κλείνοντας, όμως, είναι σκόπιμο να επισημανθεί ότι αυτές οι εξελίξεις δίνουν τη δυνατότητα στην πατρίδα μας και τις επερχόμενες Ελληνικές κυβερνήσεις, να αλλάξουν πολλά πράγματα και να θέσουν πραγματικά τις βάσεις για μία βιώσιμη και αναπτυξιακή πορεία τα επόμενα χρόνια, που θα βασίζεται στην πραγματική παραγωγή. Οι καιροί είναι σαφώς δύσκολοι και οι συνθήκες ιδιαίτερα σκληρές. Αλλά στα επόμενα 12 χρόνια θα μπορούσαν να δημιουργηθούν, πια, οι υποδομές και να εδραιωθούν σταθερές βάσεις για την ανάπτυξη της Εθνικής Οικονομίας, με κύριο γνώμονα την ανάπτυξη και την παραγωγική διαδικασία… Μόνο αυτός ο δρόμος είναι βιώσιμος και μόνο προς τα εκεί θα πρέπει να στοχεύουν η τωρινή, αλλά και οι επερχόμενες κυβερνήσεις. Γιατί αυτή ίσως να είναι και η τελευταία ευκαιρία της χώρας…